25.3.11

Σειρηνικόν

Παίρνω απόψε κλωστή και βελόνι. Παραμερίζω ελπίδες και τα ψεύτικα σημάδια του καιρού κι ανοίγω παλιές πληγές. Δε θα ξανάρθω ποτέ, μ' ακούς; Θα κρύψω καλά τη θλίψη μου πίσω από γάζες και τσιρότα και θα ρίξω όλα τα τραγούδια που έχω γράψει για σένα μέσα στο καμίνι που αφήσαμε να καίει.

"Θα πενθώ πάντα, μ'ακούς;" Σκεφτόμενος εκείνη την υπόσχεση που δεν κράτησες ποτέ, δε θα αντέχω και πάντα θα σ' αφήνω. Όσα έμαθα σιγά σιγά τα ξεμαθαίνω. Δε δίνω, σε κανέναν πια, μ' ακούς;

Κι ατενίζω το πέλαγο, ψάχνω καράβια. Πόσα πλοία έχω χάσει, πόσα πλοία έχω κάψει; Χρόνια προσμένω τη στεριά να ζαλιστώ. Την επόμενη στεριά, μ' ακούς; Έτσι σαλπάρουν οι ψυχές, μην το ζορίζεις. Θα ανήκω πάντα στο επόμενο πλοίο.

Κι εσύ επόμενο μου πλοίο να μ' ακούς, γιατί δε μπορείς να με πας εκεί που θέλω. Θα σε κάψω και σένα, θα σε χάσω και σένα, σίγουρα.

Κι όταν θα λείψουν, τα επόμενα πλοία ή τα χρόνια, θα πάψω κι εγώ να κατεβαίνω στο λιμάνι. Μα μέχρι τότε θα ανήκω στο επόμενο πλοίο, μ' ακούς;

25.1.11

Ο κύκλος της βροχής

Σταγόνα στη σταγόνα, έτσι ξεδιψάει ο άνθρωπος. Ο άνθρωπος ο λογικός. Οι μεγάλες γουλιές, οι λαίμαργες κάθονται πάντα στο στομάχι και κρατάνε λίγο. Η ανομβρία, υψίστης ανάγκης, προέχει· το αδιάβροχο επίσης, αν και το δελτίο καιρού σπάνια πέφτει έξω. Κι άμα δε βγαίνεις κι απ'το σπίτι, τι σ'ενδιαφέρει; Καμιά υπόνοια όμως, κανένα σύννεφο. Κι όμως έβρεξε κι έβρεξε για τα καλά, από έναν ουρανό ολογάλανο.

Πριν βγω απ'το σπίτι δε σκέφτηκα να πάρω μαζί μου το αδιάβροχο. Κι έκατσα μες τη βροχή κι έπαιζα, σα μωρό παιδί. Κι ήταν ωραία. Σταγόνα στη σταγόνα ξεδιψάει ο άνθρωπος. Τα είπαμε αυτά.

Κι η λογική; Δεν αμφιβάλλει κανείς πως έβρεχε και βρέχει ακόμα. Η λογική δεν αναιρεί το συναίσθημα. Άμα τους κάνεις χώρο βολεύονται και τα δύο.

Σταγόνα στη σταγόνα, έτσι ξεδιψάει ο άνθρωπος. Κι όποιος φοβάται τη βροχή κι όποιος κρατάει ομπρέλα ποτέ δεν ξεδιψάει· πότε μόνος, πότε με κάποιον άλλο που έτυχε και δίψασε την ίδια σταγόνα.